Δευτέρα 30 Ιουλίου 2012

ΜΑΚΑΡΙ

Μακάρι να με ντύνανε με ρούχα παρδαλά
στο δρόμο να μ' εκθέτανε να κάνω τον παλιάτσο
να διασκέδαζα μικρούς ανθρώπους και μεγάλους
αλλά...
στο δρόμο δα με βγάλανε κάτω από το στράτσο.

Μακάρι να με ορίζαν βλάκα, να μη μου δίνουν σημασία
και κρέατα ολημερίς να έπρεπε να ψήσω
για τους ανθρώπους τους απλούς, μα πάλι τι αδικία
αντί γι' αυτό με στείλανε στην κάλπη να ψηφίσω.

Μακάρι όλοι να με λέγατε ψυχάκια και τρελό
και υπαλλήλους στο δαφνή συνάχεια να παιδεύω
τη χάρη δεν μου κάνατε, μονάχα ένα καπέλο
μου  δώσατε μην καίγομαι σαν μαύρος που δουλεύω.

ΤΟΚ ΤΑΚ ΤΟΚ

Τοκ τακ τοκ τακ
ένας ήχος είναι και αυτός
τοκ τακ τοκ τακ
κανείς δεν σκέφτηκε ότι έτσι
μπορει να ακούν καποιοι το χρόνο να κυλάει

Όλοι κάπως τα ακούμε
όλα διαφορετικά ηχούνε.
Αλλιώς ο γιος
κι η κόρη αλλιώς.

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

ΕΣΕΝΑ ΚΙ ΕΣΕΝΑ ΚΙ ΕΣΕΝΑ

Μια ακόμη μέρα να απορώ. Τι ζητάτε από μένα
Δεν μπορώ. Δεν μπορώ τις ποινές που βαραίνουν
τους ανθρώπους να σηκώσω μονάχος στους ώμους.
Όμως ήθελα κι εσάς να σώσω, ήθελα να σας αγγίξω
κι ένα κομμάτι μου να εντυπωθεί για πάντα μέσα σας.
Δεν με νοιάζει ο χρόνος και αν είναι μικρός, θέλω!!!!
Θέλω να υπάρχει κάτι από μένα σε εσένα
κι εσένα
κι εσένα
Δεν με νοιάζει αν φύγεις, αφού όλοι φεύγουν
κι εγώ μαζί με αυτούς... Θέλω κάτι μονάχα να αφήσω
σε εσένα
κι εσένα
κι εσένα.
Αύριο πάλι, πρωί: λογίζω, απόγευμα: τρώγω, βράδυ: κοιμάμαι
μόνο αυτά τα μικρά τα απλά, τα γέλια τα χαζά θα μ' αφήσω
σε εσένα
κι εσένα
κι εσένα.

ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Με φαντάζομαι.  Μέλλον...
Μοναχό και λειψό
στα σκουπίδια λιωμένο
με το βλέμμα νεκρό
στο κενό καρφωμένο.

Στο μυαλό η φωνή
παιδική να φωνάζει
 μ'ένα γέλιο λευκό
ένα αγόρι να τρέχει
 σ' ένα πάρκο αδειανό.

Και οι φίλοι που πήγαν
σε κοφίνια χωμένοι
να κοιτάζουν κι αυτοί
πώς περνούνε οι μέρες;
Το ποτάμι μακρύ.

Το ποτάμι...
Το ποτάμι τι;
Γλυκά παρασέρνει.
Τι γλυκά που μας παίρνει
μακρυά η ζωή.

ΠΑΤΕΡ

Μικρέ μου φίλε,
πόσες μέρες μας μείναν ακόμα
που θα μπορείς μέσα στα μάτια να κοιτάς
τη χαρά κάθε φορά που σε βλέπω;

Πόσες φορές ακόμα θα ακούσεις φωνή
να βγαίνει απ' τα χείλη μου
και θα ξυπνάς μες στ' άγρια χαράματα
θεούς και Χριστούς βλαστημώντας;

Μες στη γενιάδα μου πόσα τριαντάφυλλα
μείναν ακόμα πριν γίνουν άσπρα
και πέσουν κι αυτά στο χώμα
που μας καλεί κάθε μέρα κοντά του;

Πόσα ρυάκια πέρασαν στα χέρια μου
και γίναν κι αυτά βαθειές χαράδρες;
Κάποιες κρατώντας σε τις περπατήσαμε
και κάποιες χάθηκαν για πάντα από την άμμο.

Κι όταν δεν θα 'χεις το βλέμμα σε εμένα
θα φύγω να μην νιώσεις το βάρος
......................................................
-Το ξέρω πως είμαι υπέρβαρος
μα να το πω έχω το θάρρος.